Ήταν όλοι εκεί,στολισμένοι,όμορφοι όπως πάντα,ακριβά κοστούμια και μοναδικές τουαλέτες.Το άρωμα είχε κατακλείσει το χώρο,τα χαμόγελα έδιναν κι έπερναν,οι φιλοφρονήσεις σκορπίζονταν με περίσσια σπατάλη.Το περιβάλλον υπέροχο,σχεδόν μαγικό,τα ποτά και οι γεύσεις μια πανδαισία,το άπλετο φως φυγάδευε τις σκιές.Η μεγαλοκοπέλα των τριαντατεσσάρων ετών μελαγχολική στεκόταν ολομόναχη παράμερα,σχεδόν κανείς δεν της έδινε σημασία,κανείς δεν την πλησίαζε,με ένα ποτήρι άδειο στο χέρι περίμενε να την κεράσουν,να την συνοδέψουν,να την κοιτάξουν κατευθείαν στα μελαγχολικά μάτια,να της προσφέρουν θέση.Ένας μόνο σεβάσμιος ασπρομάλλης ηλικιωμένος την προσφώνησε,της έπιασε το χέρι και την κράτησε πλάι του..Συνεχώς του έλεγε θέλω να φύγω,και εκείνος στωικά την καθησύχαζε ώσπου να τελειώσει το συμπόσιο.Για χάρη της γινόταν η γιορτή,για αυτήν συναθροίστηκαν,αλλά την αγνόησαν οι περισσότεροι μολαταύτα.Ήθελε να φύγει από εκεί,δεν την χωρούσε ο τόπος,τα πρόσωπα αρκετά απ΄αυτά τις προκαλούσαν εμετό,ένοιωθε μια έντονη απαίχθεια για την υποκρισία τους,μέχρι προχθές την βίαζαν σε ανύποπτους χώρους καθώς πανέμορφη όπως είναι την εξευτέλιζαν σε δημόσιους χώρους δίχως αιδώ.Μελαγχολική και ταπεινωμένη ήθελε να φύγει,να την καταπιεί η γη,να απομακρυνθεί απ΄τη γιορτή,μα δεν την άφηναν,την είχαν σχεδόν φυλακισμένη να παίζει έναν ρόλο που δεν της άξιζε.Ήθελε να παίξει σαν τα μικρά παιδιά,να χαμογελάσει στους περαστικούς,να αφεθεί ανέμελη χωρίς πρωτόκολα στην αγκαλιά ενός άνδρα χωρίς προσωπείο,και να την οδηγήσει ψηλά.Όσο κρατούσε η γιορτή,τις ατέλειωτες ώρες που οι άλλοι διασκέδαζαν,αυτή φορούσε ένα φορτίο αβάσταχτο,μέσα της πόναγε και η καρδιά της γοερά έκλαιγε γιατί την ανάγκαζαν να κάνει τη θεραπαινίδα εκεί που δεν της ταίριαζε.Την ίδια ώρα,οι φίλοι της κοίταζαν τα ρολόγια πότε θα επιστρέψει κοντά τους,ήταν απέξω,με μπουκάλια νερό,με τσιγάρα και μερικές μπύρες ξεχνούσαν το πόνο τους,δεν τους είχαν καλέσει,δεν υπήρχε θέση για αυτούς,ποτέ δεν τους καλούσαν στη γιορτή.Κι όμως η κοπέλα όταν τους είχε και βρισκόταν μαζί τους αναγεννιώταν,έλαμπε από χαρά,ξεδίψαγε από την αστείρευτη πηγή της ευτυχίας που την κερνούσαν.