Αρχείο για Ιουλίου 17th, 2008| Σελίδα ημερήσιου αρχείου
η φτώχεια της ευημερίας μας
Θυμάμαι τη δεκαετία του 1970 παιδί τότε η ζωή κυλούσε σε άλλους ρυθμούς.Αυτοκίνητο για να δεις έπρεπε να περάσει πολύ ώρα,κάτι λαμαρίνες της κακιάς ώρας με έναν εκκωφαντικό θόρυβο πρωτόγνωρο.Αντίθετα υπήρχαν κάποια οχήματα με τρείς ρόδες,τα γνωστά τρίκυκλα με το φοβερό κουβούκλιο και έναν οδηγό μέσα όλο καμάρι να οδηγεί τη θεσπέσια τζάγκουαρ με το σπαστικό τσιριχτό ήχο να τρυπάει τα αυτιά όσο πλησίαζε.Επίσης μπορούσες να απολαύσεις ντάλα καλοκαίρι ένα άλογο να σέρνει το κάρο και να διασχίζει νωχελικά το τσιμεντένιο άδειο δρόμο,φορτωμένο με άχυρα.Λιγοστοί οι άνθρωποι εκεί,από τη γιορτή του αγίου Κωνσταντίνου και μετά λες και ήμασταν όλοι συνενοημένοι φεύγαμε για το κάμπο.Από νωρίς το πρωί ως το ηλιοβασίλεμα κανείς στο χωριό,η ζωή μετακόμιζε στο κάμπο,μέσα στα χωράφια,κάτω από τις λεμονιές,τις μουσμουλιές,και τα λιόδεντρα.Ο ήλιος να καίει όσο δεν υπήρχε σκιά,αλλά θυμάμαι φτιάχναμε με μεράκι κάτι κατασκευές αποτελεσματικές με φτέρες.Μπαράκες τις λέγαμε,μέσα στη βαθειά σκιά τους αλλά και έξω στις σκιές των δέντρων, η ζωή και το παιχνίδι έπαιρνε μορφή,καθώς οι γονείς έπαιρναν τον μεσημεριανό τους ύπνο,εμείς τα κουτσούβελα χαζολογούσαμε και τους χαλούσαμε την ησυχία.Αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι ότι ποτέ δεν κινδυνέψαμε,σχεδόν πάντα ξυπόλητα μέσα στα χόρτα,παρ΄ότι πάντα είχα ένα έμφυτο φόβο μην πάω..από φίδι.Σκαρφαλώναμε σαν τους πιθήκους πάνω στις συκιές,και σαν τα πουλιά δεν αφήναμε σύκο γινωμένο να μην του δώσουμε να καταλάβει.Η τουαλέττα μας είχε στην άκρη κάτι θεόρατες καλαμιέςκαι βάτα, και πάνω απ’ το κεφάλι ένας λαμπρός ήλιος να μας χαμογελάει.Το τι συνέβαινε στο κόσμο σχεδόν κανείς δεν ήξερε,ή ήταν υπόθεση των μεγάλων που δεν αφορούσε εμάς.Θυμάμαι υπήρχαν κάτι τετράγωνα ραδιόφωνα που οι περιπλανώμενοι τσιγγάνοι στα πουλούσαν κοψωχρονιά,παρ΄όλα αυτά έκαναν καλά τη δουλειά τους και ήταν σχεδόν το μόνο ενημερωτικό μέσο,το μόνο παράθυρο στο κόσμο,εκτός κάτι εφημερίδων τέσσερα στρέμματα,η οποία μετά τη μελέτη η μοίρα της ήταν να γίνει προσάναμμα ή να τυλίξει αυγά για να τα στείλει η μάνα στην Αθήνα…Σήμερα οι μεγάλοι…παραμεγάλωσαν,γίναν γέροι,πολλοί απ’ αυτούς αποδήμησαν,ο κάμπος τους πέφτει για τα πόδια τους υπερπέραν,μα και ο κάμπος έγινε αγνώριστος,παντού εκείνα τα γνωστά βάτα,εκείνες οι ατέλιωτες καλαμιές να έχουν απλωθεί,και τα πεντακάθαρα χιλιοπατημένα μονοπάτια των παιδικών χρόνων γίναν αδιάβατα..Οι πατεράδες μας περνούν ατέλιωτες ώρες στο άλλο παράθυρο του κόσμου,την τηλεόραση,χαζεύουν εκείνα τα ξυπόλητα πιτσιρίκια πως μεταλλάχτηκαν και κυκλοφορούν με ΒΜW και αέρα μεγιστάνα να κορδώνονται με συντροφιά μια ξανθιά Ουκρανέζα στις παραλίες και στα νυχτερινά κέντρα της ξέφρενης ζωής της euroland.
Bob Dylan
Blowin’ In the Wind
How many roads must a man walk down
Before you call him a man?
Yes, ‘n’ how many seas must a white dove sail
Before she sleeps in the sand?
Yes, ‘n’ how many times must the cannon balls fly
Before they’re forever banned?
The answer, my friend, is blowin’ in the wind,
The answer is blowin’ in the wind.
How many times must a man look up
Before he can see the sky?
Yes, ‘n’ how many ears must one man have
Before he can hear people cry?
Yes, ‘n’ how many deaths will it take till he knows
That too many people have died?
The answer, my friend, is blowin’ in the wind,
The answer is blowin’ in the wind.
How many years can a mountain exist
Before it’s washed to the sea?
Yes, ‘n’ how many years can some people exist
Before they’re allowed to be free?
Yes, ‘n’ how many times can a man turn his head,
Pretending he just doesn’t see?
The answer, my friend, is blowin’ in the wind,
The answer is blowin’ in the wind.
![]()
Γράψτε ένα σχόλιο
Γράψτε ένα σχόλιο

