αποκριάτικο

την παντρειά του κάμανε μωρή παλιοκοτσώρω.

Τσι Αποκριές και τσι Στρινές έσφαξαν μια γαϊδούρα

κι επέρασε ο παπά- Τσουφρής και παίρνει πέντε λίτρες,

όλο για να `ναι τρυφερό για να το κάμει πίτες.

Πρώτη χαψιά που έφαγε του βγήκε μια δοντούρα

και αμέσως το κατάλαβε πως ήταν από γαϊδούρα.

Βγάζει το καμηλαύκι του και με θυμό τους λέει:

- Να `χετε την κατάρα μου όλοι οι μακελαραίοι.

Με παντρέψανε οι γονείς μου, χωρίς θέληση δική μου

και μου `δώκαν μια γυναίκα , που `τρωγε για πέντε δέκα.

Πρώτο βράδυ που την πήρα έφαγε μια προβατίνα

και τη δεύτερη βραδιά προβατίνα και δυο αρνιά.

– Άντρα μου θέλω καπέλο γύρω- γύρω με το βέλο.

Άντρα μου θέλω φουστάνι γύρω – γύρω με γαϊτάνι.

Άρπαξα και εγώ ένα ξύλο και την άρχισα στο ξύλο.

- Να, γυναίκα μου φουστάνι γύρω – γύρω με γαϊτάνι,

να, γυναίκα μου , καπέλο γύρω- γύρω με το βέλο.

Επέθανε ο Γιάνναρος και έκανε διαθήκη,

Να μην τον θάψουν σ` εκκλησιά, ούτε σε μοναστήρι,

Να πάνε να τον χώσουνε σ` ένα σταυροδρόμι,

ν` αφήσουνε τον πούτσο του τρεις πιθαμές απάνω,

για να περνάει ο βασιλιάς να δένει τ` άλογό του.

Τ` ακούσαν τρεις καλόγριες και πα` να τον εβρούνε.

Η μια παίρνει το κερί κι η άλλη το λιβάνι

κι η τρίτη η χοντρόκωλη, πάει να κάτσει απάνω.