Άλμπερ Kαμύ
Τίποτα δεν χαρίζεται στους ανθρώπους,και το λίγο που μπορούν να κερδίσουν πληρώνεται με άδικους θανάτους.Όμως η μεγαλοσύνη του ανθρώπου δεν έχει σχέση με αυτό.Έχει να κάνει με το ότι οι αποφάσεις του τον αναδεικνύουν πιό ισχυρό και από την ίδια του τη φύση.Και αν η φύση του είναι άδικη,με έναν μόνο τρόπο την υπερβαίνει ο άνθρωπος,με το να είναι δίκαιος.Η αλήθεια μας,η αλήθεια αυτής της νύχτας,που κυριαρχεί στον αυγουστιάτικο ουρανό,είναι παρηγοριά,η παρηγοριά μας.Είναι γαλήνη της ψυχής,όμοια μ΄εκείνη των νεκρών συντρόφων μας,που κατάφεραν να προφέρουν αλύγιστοι και αποφασισμένοι για όλα:”κάναμε αυτό που έπρεπε”".
Χρυσά Έπη των Πυθαγορείων
Ἀθανάτους μὲν πρῶτα θεούς, νόμωι ὡς διάκεινται, τίμα καὶ σέβου ὅρκον. ἔπειθ’ ἥρωας ἀγαυούς τούς τε καταχθονίους σέβε δαίμονας ἔννομα ῥέζων σούς τε γονεῖς τίμα τούς τ’ ἄγχιστ’ ἐγγεγαῶτας. τῶν δ’ ἄλλων ἀρετῆι ποιεῦ φίλον ὅστις ἄριστος. πραέσι δ’ εἶκε λόγοισ’ ἔργοισί τ’ ἐπωφελίμοισι. μηδ’ ἔχθαιρε φίλον σὸν ἁμαρτάδος εἵνεκα μικρῆς, ὄφρα δύνῆι· δύναμις γὰρ ἀνάγκης ἐγγύθι ναίει.
Ταῦτα μὲν οὕτως ἴσθι, κρατεῖν δ’ εἰθίζεο τῶνδε· γαστρὸς μὲν πρώτιστα καὶ ὕπνου λαγνείης τε καὶ θυμοῦ. πρήξηις δ’ αἰσχρόν ποτε μήτε μετ’ ἄλλου μήτ’ ἰδίηι· πάντων δὲ μάλιστ’ αἰσχύνεο σαυτόν. εἶτα δικαιοσύνην ἀσκεῖν ἔργωι τε λόγωι τε, μηδ’ ἀλογίστως σαυτὸν ἔχειν περὶ μηδὲν ἔθιζε, ἀλλὰ γνῶθι μέν, ὡς θανέειν πέπρωται ἅπασιν, χρήματα δ’ ἄλλοτε μὲν κτᾶσθαι φιλεῖ, ἄλλοτ’ ὀλεσθαι. ὅσσα δὲ δαιμονίαισι τύχαις βροτοὶ ἄλγε’ ἔχουσιν, ἣν ἂν μοῖραν ἔχηις, ταύτην φέρε μὴδ’ ἀγανάκτει. ἰᾶσθαι δὲ πρέπει καθ’ ὅσον δύνηι, ὧδε δὲ φράζευ· οὐ πάνυ τοῖς ἀγαθοῖς τούτων πολὺ Μοῖρα δίδωσιν.
Πολλοὶ δ’ ἀνθρώποισι λόγοι δειλοί τε καὶ ἐσθλοί προσπίπτουσ’, ὧν μήτ’ ἐκπλήσσεο μήτ’ ἄρ’ ἐάσηις εἴργεσθαι σαυτόν. ψεῦδος δ’ ἤν πέρ τι λέγηται, πράως εἶχ’. ὃ δέ τοι ἐρέω, ἐπὶ παντὶ τελείσθω· μηδεὶς μήτε λόγωι σε παρείπηι μήτε τι ἔργωι πρῆξαι μηδ’ εἰπεῖν, ὅ τί τοι μὴ βέλτερόν ἐστιν.
Βουλεύου δὲ πρὸ ἔργου, ὅπως μὴ μωρὰ πέληται· δειλοῦ τοι πράσσειν τε λέγειν τ’ ἀνόητα πρὸς ἀνδρός. ἀλλὰ τάδ’ ἐκτελέειν, ἅ σε μὴ μετέπειτ’ ἀνιήσει. πρᾶσσε δὲ μηδὲ ἓν ὧν μὴ ἐπίστασαι, ἀλλὰ διδάσκευ ὅσσα χρεών, καὶ τερπνότατον βίον ὧδε διάξεις. οὐ δ’ ὑγιείας τῆς περὶ σῶμ’ ἀμέλειαν ἔχειν χρή, ἀλλὰ ποτοῦ τε μέτρον καὶ σίτου γυμνασίων τε ποιεῖσθαι. μέτρον δὲ λέγω τόδ’, ὃ μή σ’ ἀνιήσει. εἰθίζου δὲ δίαιταν ἔχειν καθάρειον ἄθρυπτον καὶ πεφύλαξο τοιαῦτα ποιεῖν, ὁπόσα φθόνον ἴσχει. μὴ δαπανᾶν παρὰ καιρὸν ὁποῖα καλῶν ἀδαήμων μηδ’ ἀνελεύθερος ἴσθι. μέτρον δ’ ἐπὶ πᾶσιν ἄριστον. πρᾶσσε δὲ ταῦθ’, ἅ σε μὴ βλάψει, λόγισαι δὲ πρὸ ἔργου.
Μὴ δ’ ὕπνον μαλακοῖσιν ἐπ’ ὄμμασι προσδέξασθαι, πρὶν τῶν ἡμερινῶν ἔργων τρὶς ἕκαστον ἐπελθεῖν· «πῆι παρέβην; τί δ’ ἔρεξα; τί μοι δέον οὐκ ἐτελέσθη;» ἀρξάμενος δ’ ἀπὸ πρώτου ἐπέξιθι καὶ μετέπειτα δειλὰ μὲν ἐκπρήξας ἐπιπλήσσεο, χρηστὰ δὲ τέρπευ.
Ταῦτα πόνει, ταῦτ’ ἐκμελέτα, τούτων χρὴ ἐρᾶν σε· ταῦτά σε τῆς θείης Ἀρετῆς εἰς ἴχνια θήσει ναὶ μὰ τὸν ἁμετέραι ψυχᾶι παραδόντα τετρακτύν, παγὰν ἀενάου φύσεως. ἀλλ’ ἔρχευ ἐπ’ ἔργον θεοῖσιν ἐπευξάμενος τελέσαι.
Τούτων δὲ κρατήσας γνώσεαι ἀθανάτων τε θεῶν θνητῶν τ’ ἀνθρώπων σύστασιν, ἧι τε ἕκαστα διέρχεται, ἧι τε κρατεῖται, γνώσηι δ’, ἣ θέμις ἐστί, φύσιν περὶ παντὸς ὁμοίην, ὥστε σε μήτε ἄελπτ’ ἐλπίζειν μήτε τι λήθειν. γνώσηι δ’ ἀνθρώπους αὐθαίρετα πήματ’ ἔχονταςτλήμονας, οἵτ’ ἀγαθῶν πέλας ὄντων οὔτ’ ἐσορῶσιν οὔτε κλύουσι, λύσιν δὲ κακῶν παῦροι συνιᾶσιν. Τοίη μοῖρ’ αὐτῶν βλάπτει φρένας· ὡς δὲ κύλινδροι ἄλλοτ’ ἐπ’ ἄλλα φέρονται ἀπείρονα πήματ’ ἔχοντες. λυγρὰ γὰρ συνοπαδὸς Ἔρις βλάπτουσα λέληθεν σύμφυτος, ἣν οὐ δεῖ προάγειν, εἴκοντα δὲ φεύγειν.
Ζεῦ πάτερ, ἦ πολλῶν κε κακῶν λύσειας ἅπαντας, εἰ πᾶσιν δείξαις, οἵωι τῶι δαίμονι χρῶνται. ἀλλὰ σὺ θάρσει, ἐπεὶ θεῖον γένος ἐστὶ βροτοῖσιν, οἷς ἱερὰ προφέρουσα φύσις δείκνυσιν ἕκαστα.
Ὧν εἴ σοί τι μέτεστι, κρατήσεις ὧν σε κελεύω ἐξακέσας, ψυχὴν δὲ πόνων ἀπὸ τῶνδε σαώσεις. ἀλλ’ εἴργου βρωτῶν ὧν εἴπομεν ἔν τε Καθαρμοῖς ἔν τε Λύσει ψυχῆς, κρίνων καὶ φράζευ ἕκαστα ἡνίοχον γνώμην στήσας καθύπερθεν ἀρίστην. ἢν δ’ ἀπολείψας σῶμα ἐς αἰθέρ’ ἐλεύθερον ἔλθηις, ἔσσεαι ἀθάνατος, θεός ἄμβροτος, οὐκέτι θνητός.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Πρώτον μεν τίμα τους αθανάτους θεούς, ως είναι καθιερωμένον υπό της παραδόσεως,
και σέβου τον όρκον,
έπειτα δε σέβου τους ενδόξους ήρωας και τους εν τω ‘Αδη θεούς σέβου τα νενομισμένα πράττων,
και τους γονείς σου τίμα και τους πλησιεστάτους συγγενείς,
εκ δε των άλλων ανθρώπων κάμνε φίλον εκείνον, όστις είναι άριστος εις την αρετήν.
Προτίμα δε λόγους γλυκείς ( προς τον φίλον σου ) και έργα επωφελή ( εις αυτόν ),
και να μη γίνεσαι εχθρός προς φίλον σου δια μικρόν αυτού παράπτωμα, εφ’ όσον δύνασαι να πράττης τούτο`
διότι η δύναμις κατοικεί πλησίον της ανάγκης.
Ταύτα μεν γνώριζε ότι ούτως έχουσι, συνήθιζε δε να είσαι κύριος των εξής`
πρώτα πρώτα μεν της κοιλίας και του ύπνου και των αφροδισίων και του θυμού.
Ποτέ δε μη πράξης αισχρόν τι μήτε μετ’ άλλου, μήτε κατ’ ιδίαν`
τον εαυτόν σου δε μάλιστα πάντων των άλλων εντρέπου.
Έπειτα να ασκής την δικαιοσύνην και έργω και λόγω και να συνηθίζης εις μηδεμίαν περίστασιν απερισκέπτως να λέγης ή να πράττης,
αλλά γνώριζε μεν ότι εις πάντας τους ανθρώπους είναι πεπρωμένον να αποθάνουν,
τα χρήματα δε συνήθως άλλοτε μεν αποκτώσιν οι άνθρωποι, άλλοτε δε χάνουσιν αυτά.
‘Οσα δε κακά οι άνθρωποι έχουσιν εξ ανωτέρας βίας, όσον μέρος εκ τούτων έχεις, υπόφερε αυτά και μη αγανάκτει,
να θεραπεύης δ’ αυτά πρέπει καθ’ όσον δύνασαι, σκέπτου δε τούτο,
ότι εις τους αγαθούς η μοίρα δεν δίδει πολύ μέρος εκ τούτων των κακών.
Πολλοί δε λόγοι, κακοί και καλοί, εις τους ανθρώπους προσπίπτουν, τους οποίους μήτε μετά θαυμασμού να αποδέχεσαι, μήτε να απορρίπτης,
ψεύδος δε τι αν λέγεται μετά πραότητος ν’ ακούης, όπερ δε θα σοι είπω, να εφαρμόζης εις πάσαν περίστασην,
δηλαδή κανείς ποτέ να μη σε παραπείση είτε δια λόγων είτε δι’ έργων μήτε να πράξης μηδέ να είπης τι,
το οποίον δεν είναι οφέλιμον εις σε.
Προ πάσης δε πράξεως σου να σκέπτεσαι, ίνα μηδεμία σου πράξη γίνεται ανοήτως`
δυστυχούς ανθρώπου ίδιον είναι να πράττη και να λέγη ανόητα`
αλλά να εκτελής αυτά, τα οποία κατόπιν λύπην, δεν θα σου προξενήσουν.
Να μη πράττης δε τίποτε, το οποίον αγνοείς, αλλά διδάσκου, όσα έχεις καθήκον να γνωρίζης,
και ούτω θα ζήσης βίον τερπνότατον.
Καθήκον σου δ’ είναι να μην αμελής της υγείας του σώματος, αλλά και ποτού και φαγητού και γυμνασίων να κάμνης χρήσην με μέτρον`
μέτρον δ’ εννοώ εκείνο, το οποίον δεν θα σου προξενήση λύπην.
Συνήθιζε δε να έχης καθάρειον και λιτήν δίαιταν και πρόσεχενα μη πράττης παν ό,τι επισύρει φθόνον`
μη δαπανών ασκόπως όπως πράττουν οι αμαθείς των καλών,
μηδέ φιλάργυρος να είσαι, το μέτριον δε εις πάντα είναι το άριστον.
Πράττε δε ταύτα, όσα δεν θα σε βλάψουν, σκέπτου δε προ πάσης πράξεώς σου.
Μηδέ να δέχεσαι εις τους οφθαλμούς τον γλυκύν ύπνον, πριν εξετάσης τρις έκαστον των ημερινών σου έργων`
<< τι ( κακόν ) έπραξα ; τι ( καλόν ) έπραξα ; τι έπρεπε να πράξω και δεν το έπραξα ; >>
αρχίσας δ’ από του πρώτου έργου σου να εξετάζης πάντα κατά σειράν και μετέπειτα δι’ όσα μεν κακώς έπραξας μέμφου τον εαυτόν σου, δια δε τας χρηστάς πράξεις σου τέρπου.
Ταύτα τα παραγγέλματα προσπάθει να εφαρμόζης, εις ταύτα να ασκήσαι, αυτά πρέπει ν’ αγαπάς`
αυτά θα σου δείξουν την οδόν την άγουσαν εις την θείαν αρετήν`
ναι μα τον εμφυτεύσαντα εις την ψυχήν ημών την τετρακτύν, την πηγήν της αιωνίας φύσεως.
‘Αρχιζε λοιπόν το έργον σου, αφ’ ου πρώτον ζητήσης παρά των θεών εν τη προσευχή σου να σ’ ενισχύσωσι να φέρης αυτό εις αίσιον τέλος. ‘Οταν δε κατέχης τα παραγγέλματα ταύτα, τότε θα γνωρίσης και των θείων και των ανθρωπίνων την σύστασιν, μέχρι τίνος σημείου παρέρχονται έκαστα και μέχρι τίνος διατηρούνται,
θα γνωρίσης δ’ επίσης, εφ’ όσον είναι επιτετραμμένον, ότι η φύσις εν παντί είναι ομοία προς εαυτήν,
ώστε μήτε τανέλπιστα να ελπίζης μήτε να σε διαφεύγη τι`
θα γνωρίσης δ’ ακόμη ότι οι άνθρωποι έχουν συμφοράς, τας οποίας αυτοί οι ίδιοι παρασκευάζουν εις εαυτούς οι ταλαίπωροι, οίτινες, εν ώ τα αγαθά είναι πλησίον των, ούτε τα βλέπουν ούτε τα ακούουν,
ολίγοι δ’ εξ αυτών τον τρόπον της από των κακών απαλλαγής γνωρίζουν.
Τοιαύτη μοίρα βλάπτει τας φρένας αυτών`
ως κύλινδροι δε κυλίονται άλλοτ’ εδώ και άλλοτ’ εκεί απείρους συμφοράς έχοντες`
διότι η ολεθρία ‘Ερις, ήτις είναι προσκεκολλημένη εις αυτούς, συνοδεύουσα βλάπτει αυτούς χωρίς να το εννοούν,
ταύτην δε δεν πρέπει να εκτραχύνωμεν, αλλ’ υποχωρούντες ν’ αποφεύγωμεν.
Ζεύς πάτερ, αναμφιβόλως ημπορείς ν’ απαλλάξης από πολλών κακών όλους εν γένει τους ανθρώπους,
εαν δείξης εις όλους ποίαν ψυχήν έχουν.
Αλλά συ έχε θάρρος, αφ’ ου θείαν έχει την καταγωγήν το γένος των ανθρώπων, εις τους οποίους η ιερά φύσις, αποκαλύπτουσα δεικνύει έκαστα, εαν δ’ αύτη σοι αποκαλύψη αυτά, θα γίνεις κάτοχος των παραγγελμάτων μου,
θεραπεύσας δε την ψυχήν σου θα σώσης αυτήν από τούτων κακών.
Αλλ’ άπεχε από των τροφών, περί ων είπομεν, μετά κρίσεως εκτελών όσα συντελούσιν εις κάθαρσιν και απελευθέρωσιν της ψυχής και σκέπτου περί εκάστου έχων ως ηνίοχον την εξ ύψους αρίστην γνώμην.
Αν δε καταλιπών εν τη γη το σώμα έλθης εις τον ελεύθερον αιθέρα,
τότε θα είσαι αθάνατος,
θεός άφθαρτος, ουχί δε πλέον θνητός.










